διαλγής

διαλγ-ής, ές,
A grievous,

ἄτα A.Ch.68

(lyr.).
II suffering great pain, Plu.Alex.75. Adv.

-γῶς, ἔχει

is pained,

Phld.D.3

Fr.77.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαλγής — διαλγής, ές (Α) 1. επώδυνος, θλιβερός 2. αυτός που πονά, που υποφέρει πολύ. [ΕΤΥΜΟΛ. < δι(α) + αλγής < άλγος] …   Dictionary of Greek

  • διαλγής — grievous masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δα- — (Α) μόριο προθεματικό, επιτατικό. [ΕΤΥΜΟΛ. Το προθεματικό εμφατικό δα πιθανόν να είναι τύπος τής καθημερινής γλώσσας. Ισοδυναμεί με το επίσης εμφατικό διά (πρβλ. διαλγής «αυτός που υποφέρει μεγάλο πόνο»), αιολ. ζα (πρβλ. ζαφλεγής «περιφλεγής,… …   Dictionary of Greek

  • διά — I Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Θεά που λατρευόταν στη Σικυώνα και στη Φλιούντα, όπου τη θεωρούσαν απελευθερώτρια των δούλων. Γι’ αυτό και ο ναός της, που βρισκόταν κοντά στην είσοδο της Ακρόπολης, ήταν το άσυλό τους. Προς τιμήν της Δ. τελούσαν… …   Dictionary of Greek

  • διαλγώ — διαλγῶ ( έω) (Α) [διαλγής] λυπούμαι πολύ, λυπούμαι υπερβολικά …   Dictionary of Greek

  • διαφέρω — (ΑΝ) και διαφέρνω (ΜΝ) 1. έχω διαφορά, είμαι ανόμοιος, διάφορος, ξεχωρίζω («αυτά τα χρώματα διαφέρουν») 2. είμαι διαφορετικός από άλλο («σὺ νῡν διάφερε τῶν κακῶν», Ευρ. Ορ.) 3. υπερέχω, διακρίνομαι, είμαι ανώτερος, πλεονεκτώ («διαφέροντες καὶ… …   Dictionary of Greek

  • διαλγῶν — διαλγέω pres part act masc nom sg (attic epic doric) διαλγής grievous masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.